Η Thales καλείται να επιστρέψει €630 εκατ. στην Ταϊβάν για το σκάνδαλο φρεγατών

3 Ιουνίου 2010

Η πέτρα του σκανδάλου, φρεγάτα κλάσης KANG DING ή LAFAYETTE του Πολεμικού Ναυτικού της Ταϊβάν, με ελικόπτερο S-70C.

Στις 3 Μαΐου 2010 τριμελές διαιτητικό δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) στο Παρίσι καταδίκασε τον ιταλικό όμιλο ηλεκτρονικών Thales να επιστρέψει στην Ταϊβάν περί τα €630 εκατ. εξαιτίας παράνομων πληρωμών σε μεσάζοντες, για την πώληση 6 φρεγατών κλάσης Lafayette το 1991. Το δικαστήριο έκρινε πως το Άρθρο 18 της σύμβασης “Bravo” απαγόρευε ρητά στους πωλητές να πληρώνουν μεσάζοντες, υπό την απειλή της επιστροφής των πληρωμών αυτών στην Ταϊβάν. Το συνολικό ύψος της σύμβασης “Bravo” ήταν περί τα €2,5 δισ.

Ανεξάρτητη έρευνα από Ελβετό δικαστικό αποκάλυψε πως η τότε Thomson-CSF –η οποία μετονομάσθηκε αργότερα σε Thales– πλήρωσε σημαντικά ποσά σε μεσάζοντες, με σκοπό να επιλεγούν τα γαλλικά πλοία έναντι του ανταγωνισμού. Μετά την αποκάλυψη εκείνη, η κυβέρνηση της Ταϊβάν προσέφυγε το 2001 στο ICC, διεκδικώντας την επιστροφή των αμοιβών και προμηθειών σε μεσάζοντες και αντιπροσώπους. Στις 13 Ιουνίου 2007 η κυβέρνηση της Ελβετίας ανακοίνωσε πως επέστρεψε στην Ταϊβάν €34 εκατ. από τραπεζικούς λογαριασμούς σε ελβετικές τράπεζες, μετά από συναίνεση των δύο δικαιούχων, περιλαμβανόμενου ενός κρατικού Ταϊβανού αξιωματούχου. Η ανακοίνωση ανέφερε επίσης πως στις 8 Νοεμβρίου 2005 η Ελβετία προώθησε μεγάλο αριθμό φακέλων δικαστικής συνδρομής –περιλαμβανόμενων τραπεζικών αρχείων– στις εισαγγελικές αρχές της Ταϊβάν, της Γαλλίας και του Λιχτενστάιν, οι οποίες διερευνούσαν την υπόθεση διαφθοράς και λοιπών εγκλημάτων σχετικά με την πώληση των φρεγατών στην Ταϊβάν. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2006 οι αρχές της Ταϊβάν κατέθεσαν αίτημα επιστροφής $520 εκατ. σε λογαριασμούς παγωμένους στην Ελβετία, στο πλαίσιο της δικαστικής συνδρομής. Οι αρχές της Ταϊβάν υποστήριζαν πως τα ελβετικά τραπεζικά αρχεία αποδείκνυαν την εγκληματική προέλευση του ποσού αυτού από την πώληση των φρεγατών. Η επιστροφή του υπόλοιπου ποσού εκκρεμούσε, ενώ πρόσθετα ποσά ήταν παγωμένα σε τράπεζες του Λιχτενστάιν. Σημαντικό τμήμα του ποσού αυτού βρισκόταν σε λογαριασμούς του Ουάνγκ Τσουάν-που, τοπικού αντιπροσώπου της Thomson-CSF, ο οποίος διέφυγε το 1993 από την Ταϊβάν και κατηγορείται με φόνο, διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος και απάτη. Ο Ουάνγκ κατέφυγε αρχικά στις ΗΠΑ και μετά στην Ευρώπη, μετά τον θάνατο ενός πλοιάρχου του Πολεμικού Ναυτικού της Ταϊβάν, ο οποίος θεωρείται πως δολοφονήθηκε επειδή θα κατηγορούσε συναδέλφους του για δωροδοκία σχετικά με το πρόγραμμα φρεγατών.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της Thales στις 3 Μαΐου, η αποζημίωση ορίζεται σε $482 εκατ. και €82 εκατ. συν τόκους από τον Αύγουστο του 2001, καθώς και περί τα €15 εκατ. συν τόκους από την ημέρα έκδοσης της απόφασης, συνολικά περί τα €630 εκατ. Η ανακοίνωση επισημαίνει πως η Thales αμφισβητεί την απόφαση και θα εκκινήσει όλες τις διαθέσιμες διαδικασίες και δράσεις κατά της επιδίκασης του συγκεκριμένου ποσού, καταθέτοντας συγκεκριμένα αίτημα ακυρότητας στο Εφετείο του Παρισιού. Η ανακοίνωση καταλήγει πως το μερίδιο της Thales στο έργο της σύμβασης “Bravo”– της οποίας ήταν κύριος ανάδοχος– αντιπροσώπευε το 27,463% του συνόλου. Ο όμιλος θα καταχωρήσει πρόβλεψη αποζημίωσης περίπου €35 εκατ. στα οικονομικά του στοιχεία στις 30 Ιουνίου 2010, επιπλέον προηγούμενων προβλέψεων για την υπόθεση αυτή. Κατά δημοσιεύματα του γαλλικού Τύπου, η Thales θεωρεί πως της αναλογεί η επιστροφή τμήματος της συνολικής αποζημίωσης ίσου με το ποσοστό βιομηχανικής συμμετοχής της στο πρόγραμμα, ενώ το υπόλοιπο πρέπει να καταβληθεί από τους υπόλοιπους κατασκευαστές και κυρίως από την κρατική Διεύθυνση Ναυτικών Κατασκευών (DCN) –πρόγονο της σημερινής DCNS– επομένως ουσιαστικά από το γαλλικό Δημόσιο!