Η ΕΕ αποδέχθηκε επίσημα τις ελληνικές δεσμεύσεις για τις κρατικές επιδοτήσεις των ΕΝΑΕ

6 Δεκεμβρίου 2010

Οριστικοποιήθηκε και επίσημα η συμφωνία Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ελ-λάδας για τις παράνομες κρατικές επιδοτήσεις των ΕΝΑΕ. (©«ΕΑ&Τ»/ Σ. Σεργιάννης)

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την 1η Δεκεμβρίου 2010 πως αποδέχεται επίσημα τις προταθείσες δεσμεύσεις της Ελλάδας σε συμμόρφωση με την απόφαση του 2008 σχετικά με τα Ελληνικά Ναυπηγεία ΑΕ (ΕΝΑΕ) του Σκαραμαγκά. Με την τελευταία, η Επιτροπή καλούσε την Ελλάδα να τερματίσει τις διάφορες εγγυήσεις και να ανακτήσει παράνομες επιδοτήσεις των πολιτικών δραστηριοτήτων της ΕΝΑΕ. Η εταιρεία παράγει σήμερα κυρίως στρατιωτικά πλοία και η Ελλάδα ανησυχούσε πως η ανάκτηση θα έθετε σε κίνδυνο τις δραστηριότητες αυτές, τις οποίες θεωρεί ουσιώδεις για το εθνικό της συμφέρον. Η Αθήνα αντιπρότεινε να τερματίσει τις εγγυήσεις και τα ΕΝΑΕ να επιστρέψουν τμήμα των επιδοτήσεων, δια της πώλησης των μη στρατιωτικών στοιχείων ενεργητικού τους. Πρότεινε επίσης την αντιστάθμιση της αδυναμίας πλήρους ανάκτησης με την απαγόρευση πολιτικών δραστηριοτήτων στα ΕΝΑΕ επί 15 έτη. Το μέτρο αυτό θα άρει τις επαναλαμβανόμενες διαστρεβλώσεις του ανταγωνισμού κατά το παρελθόν, σε έναν τομέα επηρεαζόμενο ακόμη από πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, ενώ δεν θα επιδράσει άμεσα στην  απασχόληση.

Ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής υπεύθυνος για την πολιτική ανταγωνισμού Χοακίν Αλμούνια, δήλωσε: «Οι δεσμεύεις που προσφέρθηκαν από την Ελλάδα είναι ένα σημαντικό βήμα για να λυθεί η υπόθεση αυτή. Εφαρμοζόμενες πλήρως και γοργά, θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να περιφρουρήσει την ικανότητα στρατιωτικών ναυπηγήσεων, ενόσω διορθώνει διαστρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην αγορά πολιτικών ναυπηγήσεων και επισκευών πλοίων.»

Στις 2 Ιουλίου 2008 η Επιτροπή έκρινε τις επιδοτήσεις της Ελλάδας προς τα ΕΝΑΕ ασύμβατες με την Εσωτερική Αγορά, καθώς η χώρα δεν σεβάσθηκε τους όρους της βοήθειας αναδιάρθρωσης και κλεισίματος, οι οποίοι προβλέποντας σε προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής το 1997 και το 2002 (βλ. ΙΡ/97/648 και ΙΡ/02/816). Επιπλέον, διάφορα δάνεια και εγγυήσεις του ελληνικού Δημοσίου και της τότε κρατικής τράπεζας ΕΤΒΑ προς τα ΕΝΑΕ κρίθηκε πως αποτελούσαν πρόσθετη ασύμβατη βοήθεια, καθώς παρασχέθηκαν είτε χαμηλότερα των τιμών αγοράς, είτε σε χρόνο κατά τον οποίο η οικονομική κατάσταση των ΕΝΑΕ ήταν τόσο δυσχερής ώστε δεν μπορούσαν να αντλήσουν χρηματοδότηση από την αγορά. Έτσι, η Ελλάδα κλήθηκε να ανακτήσει €539 εκατ. –με την προσθήκη των τόκων στις αρχικές επιδοτήσεις ύψους €230 εκατ. κατά προσέγγιση– από τις πολιτικές δραστηριότητες των ΕΝΑΕ και να αποκηρύξει τις εγγυήσεις. Η Ελλάδα υποστήριξε πως η ανάκτηση των επιδοτήσεων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τις στρατιωτικές δραστηριότητες των ΕΝΑΕ, επικαλούμενη ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας κατά το Άρθρο 346 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ. Έτσι οι ελληνικές αρχές και η Επιτροπή αναζητούσαν λύση για την ταυτόχρονη προστασία του συμφέροντος εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας και του έντιμου ανταγωνισμού. Καθώς οι σχετικές συνομιλίες καθυστερούσαν, η Επιτροπή ανακοίνωσε στις 14 Απριλίου 2010 την παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η επιτευχθείσα συμφωνία προβλέπει τα ακόλουθα:

  • Τα μη στρατιωτικά στοιχεία του ενεργητικού των ΕΝΑΕ θα εκποιηθούν και τα έσοδα θα χρησιμοποιηθούν για την επιστροφή τμήματος της ασύμβατης βοήθειας.
  • Τα ΕΝΑΕ θα αποποιηθούν της χρήσης τεμαχίων γης, τα οποία παραχωρήθηκαν από το ελληνικό Δημόσιο και δεν είναι απαραίτητα για στρατιωτικές δραστηριότητες.
  • Τα ΕΝΑΕ δεν θα αναλάβουν πολιτικές δραστηριότητες για τα επόμενα 15 έτη.
  • Η Ελλάδα και τα ΕΝΑΕ θα αποποιηθούν των διαφόρων εγγυήσεων που η Επιτροπή έκρινε ασύμβατες με την απόφαση του 2008.
  • Η Ελλάδα θα αναφέρει ετησίως κατά πόσο τα ΕΝΑΕ σέβονται την απαγόρευση πολιτικών δραστηριοτήτων, όσο αυτή διαρκεί.

Η Επιτροπή καλεί την Ελλάδα να εφαρμόσει τις συμφωνημένες δεσμεύσεις γοργά. Όταν όλες οι δεσμεύσεις – εκτός της ετήσιας αναφοράς για τον σεβασμό της απαγόρευσης – εφαρμοσθούν πλήρως, η Επιτροπή θα εξετάσει την πιθανότητα να αποσύρει την παραπομπή της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (βλ. ΙΡ/10/428).